διαπήδησις

διαπήδ-ησις, εως, ,
A leaping or starting through: metaph. in Medic., of blood, etc., transudation through the tissues, Sor.1.23, v.l. in Hp.Nat.Puer.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπήδησις — leaping fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπηδήσει — διαπήδησις leaping fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαπηδήσεϊ , διαπήδησις leaping fem dat sg (epic) διαπήδησις leaping fem dat sg (attic ionic) διαπηδάω leap across aor subj act 3rd sg (attic epic ionic) διαπηδάω leap across fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπήδησιν — διαπήδησις leaping fem acc sg διαπηδάω leap across pres ind act 3rd sg διαπηδάω leap across pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπήδηση — η (Α διαπήδησις, εως) [διαπηδώ] αναπήδηση αρχ. κυκλοφορία τού αίματος μέσω τών ιστών …   Dictionary of Greek

  • διαπηδήσεως — διαπηδήσεω̆ς , διαπήδησις leaping fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.